
- Του Γιάννη Λαμπρινάκου, Δρ Αγγλικής Φιλολογίας
Τα τοπωνύμια αποτελούν ζωντανά αποτυπώματα της ιστορίας και του πολιτισμού ενός τόπου, κρύβοντας συχνά βαθιά νοήματα και μαρτυρίες για το παρελθόν. Στην περίπτωση των τοπωνυμίων Βαλτεσινίκο και Βαλτέτσι, η ετυμολογική τους ανάλυση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι υπάρχουσες ερμηνείες δεν φαίνεται να καλύπτουν πλήρως την πολυπλοκότητα της προέλευσής τους.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι επικρατούσες εκδοχές για την ετυμολογία του Βαλτεσινίκου, όπως η σύνδεση με τα πολλά νερά της περιοχής, η σλαβική προέλευση ή η νίκη του Βαλτέσιου κατά του Αλάριχου, δεν είναι ικανοποιητικές. Ο γράφων προτείνω μια νέα προσέγγιση, βασισμένη στην ανάλυση των συνθετικών των τοπωνυμίων και στη σύνδεσή τους με αρχαίες ελληνικές ρίζες.
Απορρίπτοντας τη σύνδεση του “βαλτε-” με τον βάλτο, λόγω της ορεινής τοποθεσίας των οικισμών, η έρευνα επικεντρώνεται στην ανάλυση του δεύτερου συνθετικού “-νίκο”. Αυτό το συνθετικό, κοινό σε πολλά τοπωνύμια των Βαλκανίων, ερμηνεύεται ως τόπος κατοίκησης ή οικισμός, ανάλογο των ευρωπαϊκών “-ham”, “-burg”, “-ton” ή του τουρκικού “-κιόι”. Η παρουσία του σε πληθώρα τοπωνυμίων της Πελοποννήσου ενισχύει αυτή την ερμηνεία. Ιδού μια ενδεικτική λίστα τοπωνυμίων με τη συγκεκριμένη κατάληξη -νικο στην Πελοπόννησο:
Πορσινίκος
Μπαρσινίκος
Ρεζενίκος
Σεντενίκος
Γαρζενίκος
Αηνίκος
Λογγανίκος
Λατζινίκος
Μπεζενίκος
Σοδονίκος
Σαλμενίκος
Το πρώτο συνθετικό “βαλτέσι” συνδέεται με το αρχαίο ελληνικό “άλτις”, που αναφέρεται από τον Παυσανία στην περιγραφή της Ολυμπίας. Η εναλλαγή των συμφώνων “σ” και “τ” οδηγεί στην ταύτιση των “άλσος” και “άλτος”, υποδηλώνοντας δασώδη ή υψωμένη περιοχή. Έτσι, το Βαλτεσινίκο ερμηνεύεται ως οικισμός σε υψόμετρο, μια περιγραφή που ταιριάζει με την πραγματική του θέση.
Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στο Βαλτέτσι, που βρίσκεται επίσης σε ορεινή περιοχή. Η παρουσία του τοπωνυμίου Βάλτενα κοντά στη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας, όπου δεν υπάρχει βάλτος, ενισχύει την άποψη ότι το “βαλτε-” σχετίζεται με το υψόμετρο.
Επιπλέον, το τοπωνύμιο Καλτεζιές, αν και συνδέεται με σλαβική λέξη για πηγή, μπορεί να ερμηνευτεί συνεκδοχικά, όπως στην περίπτωση της “Ψηλής Βρύσης”. Η παρουσία του “άλτο” σε τοπωνύμια όπως Palo Alto, Altomira, Altai και Altamura, καθώς και στην περιοχή της Αλσατίας, υπογραμμίζει την ευρεία διάδοση της ρίζας αυτής.
Τονίζουμε την ανάγκη αποφυγής εθνικών ταυτίσεων των τοπωνυμίων, καθώς οι γειτονικές χώρες μοιράζονται κοινές γλωσσικές ρίζες. Η παρουσία ελληνικών ριζών σε ξενικά τοπωνύμια μαρτυρά την επιρροή της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού τον οποίο μεταφέρει.
Συμπερασματικά, η ετυμολογική ανάλυση των τοπωνυμίων Βαλτεσινίκο και Βαλτέτσι αποκαλύπτει μια σύνθετη ιστορία, όπου η αρχαία ελληνική γλώσσα διασταυρώνεται με σλαβικές και άλλες επιρροές. Η ερμηνεία μας, συνδέοντας τα δύο αυτά τοπωνύμια με το υψόμετρο και την αρχαία ελληνική ρίζα “άλτις”, προσφέρει μια νέα και ενδιαφέρουσα προοπτική στην κατανόηση της προέλευσής τους.
Επιλεγμένη βιβλιογραφία
1. Βέργαδος, Γ. Η Αγόριανη του Ταϋγέτου και η Βόρεια Λακεδαίμων, Αθήνα 1992.
2. Ντελόπουλος, Γ. Ιστορική και ιστορικογλωσσική εξέταση των τοπωνυμίων της
3. Σύρου. Συριανά Γράμματα τ. 11, Ιούλιος 1990
4. Σμυρνιός, Αθ. Αρχαία Πελλάνα, Σπάρτη, 1993
5. Χούπης, Δ. Ιστορία και Λαογραφία της Καστάνιτσας, Τόμος Α’ Αθήνα 1983
6. Γιαννουλέλης Γ. Πλωμάρι Λέσβου: Οι τοπωνυμίες, Αθηνα 1983
7. Αδαμακόπουλος Τρ. κ.α Τα βουνά του Μωριά Αθήνα 1988
8. Flanagan, D. and Flanagan, L. Irish Place Names, Dublin 1994
9. Βαλτεσινίκο: Ιστορία – Μνήμες – Παράδοση. Δημητρακόπουλος, Ι. 2005. Σελίδες 146 χορηγός: Σύλλογος Βαλτεσινιωτών “Η Κοίμηση της Θεοτόκου”.
10. Λαμπρινάκος Γιάννης. Η ΧΡΥΣΑΦΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ, Ο ΧΩΡΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ .- Σπάρτη: Λακωνικές Εκδόσεις, 2004.
11. Πίκουλας, Γιάννης Α. ΤΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ. – Αθήνα: AktendesSymposionsOsterreichischesArchaologischesInstitutAthen, 2001. (Ανάτυπο)
12. Τσουλόγιαννης, Ιωάννης Ν. – *Σπαντίδος Δημήτριος Α. ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΑ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ. – Αθήνα: Σπαντίδος, 2005.
13. Γριτσόπουλος, Τάσος Αθ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ.- Αθήνα: Σύνδεσμος των εν Αττική Γερακιτών, 1982.
14. Κουρίνου, Ελένη. ΣΠΑΡΤΗ: Συμβολή στη μνημειακή τοπογραφία της .- Αθήνα: Horos, 2000.
15. Περιοδικό Μαλεβός, 1926, τεύχος 64, σελ. 564. Το παιδί του Μαλεβού
16. Χρήστου, Χρύσανθος. ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Σύντομος οδηγός για την ιστορία τα μνημεία και το μουσείο της .- Σπάρτη: [χ.ο.], 1960.
17. Σπυρόπουλος, Θεόδωρος Γ. Γ’ Ε’ ΕΦΟΡΕΙΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ.- Αθήνα: Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου, 1988 (ανάτυπο)
18. Συμεωνίδης, Χαράλαμπος Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων έκδοση Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία-Θεσ/νίκη, 2010
